εποικοδόμημα

το (AM ἐποικοδόμημα)
συνέχιση και ολοκλήρωση οικοδομής σε προϋπάρχοντα θεμέλια ή τοίχους
νεοελλ.
1. περαιτέρω ανάπτυξη
2. το σύνολο τών θεσμών, τών αρχών, τών ιδεών μιας κοινωνίας.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • εποικοδόμημα — το, ατος 1. νέα οικοδομή πάνω σε άλλη που προϋπήρχε. 2. μτφ., η παραπέρα ανάπτυξη, προαγωγή. 3. το σύνολο των πνευματικών και ψυχικών εκδηλώσεων μιας κοινωνίας (σε αντίθεση με την υλική ή οικονομική βάση αυτής της κοινωνίας) …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Ευρώπη — I Μία από τις πέντε ηπείρους. Είναι το μικρότερο τμήμα του κόσμου μετά την Αυστραλία και την Ωκεανία. Από μία άποψη θα μπορούσε να θεωρηθεί το ακραίο δυτικό τμήμα της Ασίας, της οποίας αποτελεί τη φυσική προέκταση. Πράγματι, δεν υπάρχουν φυσικά… …   Dictionary of Greek

  • δικαιοσύνη — Το σύνολο του συστήματος του δικαίου, που περιλαμβάνει τις γενικές αρχές του, τη φιλοσοφικο πολιτική του βάση και τη συνολική διαδικασία εφαρμογής του. Η πρώτη ολοκληρωμένη έκφραση της δ. ως νομικής έννοιας συναντάται στους Ρωμαίους, οι οποίοι… …   Dictionary of Greek

  • επανάθημα — ἐπανάθημα, το (Α) [τίθημι] αυτό που τοποθετείται πάνω σε κάτι, το υλικό που τοποθετείται πάνω στα θεμέλια ενός οικοδομήματος, το εποικοδόμημα («καλάμη δὲ τά τῶν αιρέσεων ἐπαναθήματα» τα οικοδομήματα τών αιρέσεων είναι άχυρα, Κλήμ. Αλ.) …   Dictionary of Greek

  • επιβολή — η (AM ἐπιβολή) [επιβάλλω] νεοελλ. 1. καθορισμός, εξαναγκασμός («επιβολή φόρων») 2. αποκατάσταση τής τάξης 3. επίδραση ενός προσώπου σε άλλα, μεγαλοπρεπής εμφάνιση αρχ. μσν. 1. φόρος 2. διαίσθηση, αντίληψη 3. γνώση αρχ. μσν. παραχώρηση έρημης γης …   Dictionary of Greek

  • εποικοδομή — η (AM ἐποικοδομή) το εποικοδόμημα μσν. φρ. «οἴκων ἐποικοδομαί» κατοικίες, σπίτια …   Dictionary of Greek

  • κοινωνία — Το σύνολο των ανθρώπων που συμβιώνουν σε έναν τόπο ή σε μία ιστορική περίοδο. Από κοινωνιολογική άποψη, η κ. ισοδυναμεί με την ύπαρξη ενός δικτύου δεσμών μεταξύ των ανθρώπων, το οποίο βασίζεται σε συνειδητά (και όχι ενστικτώδη) στοιχεία και σε… …   Dictionary of Greek

  • κοινωνιά — Το σύνολο των ανθρώπων που συμβιώνουν σε έναν τόπο ή σε μία ιστορική περίοδο. Από κοινωνιολογική άποψη, η κ. ισοδυναμεί με την ύπαρξη ενός δικτύου δεσμών μεταξύ των ανθρώπων, το οποίο βασίζεται σε συνειδητά (και όχι ενστικτώδη) στοιχεία και σε… …   Dictionary of Greek

  • κράτος — Η συνολική οργάνωση μιας κοινωνίας και η υπαγωγή της σε ένα σύστημα δικαίου, το οποίο αφορά έναν συγκεκριμένο λαό και ένα επίσης συγκεκριμένο εδαφικό πλαίσιο. Το κ. συνδέεται πάντοτε με το δίκαιο, που είναι δημιούργημα και δημιουργός του. Η… …   Dictionary of Greek

  • λογοτεχνία — Η ενασχόληση με τον έντεχνο λόγο καθώς και το σύνολο των γραπτών κειμένων της γλώσσας μιας χώρας, μιας εποχής (ή και ευρύτερων συνόλων) που έχουν συνταχθεί με πρόθεση τη δημιουργία αισθητικών αξιών – ή ακόμα και χωρίς πρόθεση, φτάνουν κάποτε σε… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.